Εκτύπωση

Σε αυτό το άρθρο μας, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στους νεοπαγανιστές στο αν οι αρχαίοι φιλόσοφοι  δέχονταν τα παραμύθια περί πολυθεΐας όπως πρέσβευε η αρχαία εθνική θρησκεία, αν εξασκούσαν στην εθνική θρησκεία ειδωλολατρία και κατ’ επέκταση στα ψευδή επιχειρήματά των αιρετικών Προτεσταντών περί δήθεν συνέχειας της  ειδωλολατρίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.

Θα δούμε τις θέσεις των πολυθεϊστών και θα τις συγκρίνουμε με τις θέσεις τις Εκκλησίας, όπως τις εξέφρασαν οι άγιοι και φωτισμένοι άνθρωποι του Θεού. Για άλλη μια φορά θα διαπιστώσουμε ότι τόσο οι μεν όσο και οι δε, προκειμένου να συκοφαντήσουν (ο καθένας για τους λόγους τους), πέφτουν σε ατοπήματα που τους αποδεικνύουν κενούς και ημιμαθείς.

Το άρθρο αποτελείται από τέσσερις θεματικές ενότητες.

Στην πρώτη ενότητα θα δούμε πως επινοήθηκαν οι αρχαίοι ψευτοθεοί, στην δεύτερη θα αναφερθούμε στους φιλοσόφους που είχαν μονοθεϊστικές τάσεις και που αντιτάχθηκαν στην πολυθεΐα και οι οποίοι διώχτηκαν για τον λόγο αυτό, στην τρίτη θα δούμε τι πρέσβευε ο πολυθεϊσμός για τα αγάλματα, και στην τέταρτη θα δούμε την θέση της Εκκλησίας δια του Μ. Αθανασίου.

Α)

 Η επινόηση των ψευτοθεών

Είναι γεγονός, ότι ο Θεός που πιστεύουμε δεν είναι αποτέλεσμα φιλοσοφίας ή μύθων, αλλά η αποκάλυψη του Ιδίου στον άνθρωπο. Ο Θεός παρενέβη στην ανθρώπινη ιστορία τόσο στην Παλαιά Οικονομία, όσο και στην Νέα που εγκαινίασε με την ενανθρώπιση του Θείου Λόγου. Όλα αυτά περιγράφονται με θαυμάσιο τρόπο στην Αγία Γραφή.

Εδώ, θα δούμε πως επινοήθηκαν οι ψευτοθεοί από τους αρχαίους παραμυθάδες.  

Ο Αριστοτέλης, στο έργο του «Μετά τα Φυσικά» αναφέρει για τα ουράνια σώματα ότι:
«Από τους αρχαίους, τώρα, και τους πολύ παλαιότερους έχει κληροδοτηθεί στους μεταγενέστερους υπό μορφή μύθου η παράδοση ότι αυτά είναι θεοί» (Λ΄, 8 (1074b).

Ο πατέρας της Ιστορίας, ο Έλληνας Εθνικός Ηρόδοτος, αναφέρει στο Β΄ βιβλίο της Ιστορίας του ότι:        
«Λένε επίσης ότι πρώτοι οι Αιγύπτιοι δημιούργησαν τα ονόματα των δώδεκα θεών τα οποία υιοθέτησαν οι Έλληνες και ότι ήταν οι πρώτοι που ίδρυσαν βωμούς, αγάλματα και ναούς προς τιμήν των θεών και χάραξαν μορφές πάνω σε πέτρα», ενώ παρακάτω αναφέρει ο ίδιος,  «Όμως ήταν, αν μπορώ να το θέσω έτσι, μόλις χθες που οι Έλληνες έμαθαν για τη προέλευση και τη μορφή των διαφόρων θεών κι αν υπήρχαν ή όχι ανέκαθεν γιατί ο Όμηρος και ο Ησίοδος, οι ποιητές που δημιούργησαν τη θεογονία και περιέγραψαν τους θεούς, αποδίδοντας σε αυτούς σωστά τους τίτλους, τις τιμές προς αυτούς και τις ασχολίες τους, έζησαν, πιστεύω, περίπου τετρακόσια χρόνια πριν από εμάς [γύρω στον 9ο αιώνα π.Χ.]».

«Περί των ονομάτων, ότι νεωτέρα, και περί των εικόνων, ότι εχθές και πρώην γεγόνασι».  

Ο Αντισθένης ισχυρίζεται ότι οι ψευτοθεοί ήταν άνθρωποι που θεοποιήθηκαν.

Ορθά ο Μ. Αθανάσιος ισχυρίζεται στον «Λόγο του κατά Ειδώλων» κάτι που ίσχυε και στον αρχαιοελληνικό πολυθεϊσμό αλλά και στον Ρωμαϊκό:
«Άλλοι πάλι απ’ αυτούς, σαν να φιλοδοξούν τα χειρότερα, τόλμησαν ν’ ανυψώσουν ως θεούς τους άρχοντές τους ή και τους νεαρούς ερωμένους των αρχόντων· το έκαναν ή προς τιμήν των αρχόντων ή από το φόβο της εξουσίας. Για παράδειγμα, στην Κρήτη είναι ο φοβερός Ζεύς, στην Αρκαδία ο Ερμής, στην Ινδία ο Διόνυσος, στην Αίγυπτο η Ίσις, ο Όσιρις και ο Ώρος· και τώρα ο Αντίνοος ο νεαρός ερωμένος του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού. Αυτόν τον προσκυνούν διότι φοβούνται αυτόν που τους διέταξε να το κάνουν, αν και γνωρίζουν πως είναι άνθρωπος, και μάλιστα όχι σεμνός αλλά γεμάτος από ασέλγεια». 

Οι συγκλητικοί επί Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας όριζαν τα σχετικά με την θεοποίηση των αυτοκρατόρων.
Ο Μ. Αθανάσιος αναφέρει:  
«Οι συγκλητικοί, όσους βέβαια βασιλείς τους μισούν, τους κηρύσσουν φυσικούς εχθρούς τους και τους ονομάζουν κοινούς θνητούς· όσους όμως συμπαθούν, γι’ αυτούς διατάζουν να λατρεύονται ως τάχα καλοί άνδρες. Λες και έχουν την εξουσία να αναγορεύουν θεούς, ενώ οι ίδιοι είναι άνθρωποι και μάλιστα κοινοί θνητοί. Θα έπρεπε όμως, εφόσον αναγορεύουν θεούς, οι ίδιοι να είναι θεοί». Ενώ, αναφέρει και το εξής:
«Διότι και οι περίφημοι αρχαίοι θεοί των Ελλήνων όπως ο Δίας, ο Ποσειδών, ο Απόλλων, ο Ήφαιστος και ο Ερμής και οι γυναικείες θεότητες Ήρα, Δήμητρα, Αθηνά και Άρτεμις, ανακηρύχθηκαν θεοί με εντολή του Θησέα, για τον οποίο μας διηγούνται οι Έλληνες. Και αυτοί που έδωσαν την εντολή πέθαναν ως άνθρωποι και τους θρηνούν. Ενώ, αυτοί για τους οποίους βγήκε η εντολή, προσκυνούνται ως θεοί. Αλίμονο στη μεγάλη τους αντινομία και παραφροσύνη! Ενώ γνωρίζουν αυτόν που έδωσε την εντολή, προτιμούν να λατρεύουν αυτούς για τους οποίους εκδόθηκε».

«Έπειτα, οι άνθρωποι έπεσαν σε χειρότερους λογισμούς· αποκάλεσαν θεούς τον αιθέρα, τον αέρα κι όσα βρίσκονται σ’ αυτά. Προχωρώντας ακόμη στην κακία, λάτρεψαν ως θεούς ακόμη και τις συστατικές ιδιότητες των σωμάτων, δηλαδή τη θερμότητα, ψυχρότητα και υγρασία. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν όπως συμβαίνει μ’ αυτούς που πέφτουν ολοκληρωτικά στη γη και σύρονται στο χώμα σαν τα σαλιγκάρια. Έτσι και οι πιο ασεβείς από τους ανθρώπους ξέπεσαν από τη θεωρία του Θεού και θεοποίησαν ανθρώπους ή ανθρωπομορφές, άλλους ακόμη ζωντανούς και άλλους ήδη νεκρούς». 

Δεν έχουμε καμία επέμβαση των ιδίων στην ανθρώπινη ιστορία. Αντιθέτως, έχουμε να κάνουμε με θεοποίηση ουρανίων σωμάτων, φυσικών δυνάμεων, ακόμα και ανθρώπων.

Ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης αναφέρει:

«Ορώντες γαρ τα εν τοις μετεώροις παθήματα οι πολλοί των ανθρώπων, καθάπερ βροντάς και στραπάς, κεραυνούς τε και άστρων συνόδους, ηλίου τε και σελήνης εκλείψεις, εδειμαρούντο, θεούς οιόμενοι τούτους αιτίους είναι». 

Το πιο τραγικό από όλα, είναι ότι παρουσιάζονται ανθρωπομορφικά, με πάθη όπως ο άνθρωπος.

Ο Λέων Φιλιππίδης αναφέρει:

«(Οι ποιηταί) τοιούτους λόγους περί των θεών ειρήκασι, οίους ουδείς αν περί των εχθρών ειπείν τολμήσειεν· ου γαρ μόνον κλοπάς και μοιχείας και παρ’ ανθρώποις θητείας αυτοίς ωνείδισαν, αλλά και παίδων βρώσεις και πατέρων εκτομάς και μητέρων δεσμούς και πολλάς άλλας ανομίας κατ’ αυτών ελογοποίησαν».

Και αυτά ήταν πιστευτά από τον αμαθή λαό. Θεοί που είναι ενδοσυμπαντικοί, που έχουν πάθη και  αδυναμίες, και που υποτάσσονται στην μοίρα, απλά για μας τους χριστιανούς δεν είναι θεοί!

Την αντίθεσή τους βέβαια σε όλα αυτά έδειξαν και αρκετοί φιλόσοφοι, οι οποίοι διώχτηκαν όπως θα δούμε παρακάτω.

Β)

Φιλόσοφοι που είχαν μονοθεϊστικές τάσεις ή που αντιτάχθηκαν στον πολυθεϊσμό και διώχτηκαν για αυτό το λόγο.

Το μεγαλύτερο μέρος του τότε πνευματικού κόσμου, εξέφρασε την αντίθεσή του με τον πολυθεϊσμό, με αποτέλεσμα να διωχτεί από την εθνική θρησκεία -όταν το φανέρωνε- με την κατηγορία της αθεΐας.
Πολλοί ήταν εκείνοι που τάχθηκαν υπέρ ενός «αγνώστου Θεού», όπως ο Παυσανίας, ο Απολλώνιος Τυανεύς που τον ονόμαζε «πρώτον και ένα και μέγαν Θεόν», ο Λουκιανός, ο νεοπυθαγόριος Νουμένιος Απαμείας που τον αναφέρει ως «πρώτον νου».

Είναι ο «άγνωστος» Θεός  τον οποίο ευαγγέλισε και ο Απόστολος Παύλος τους Αθηναίους.

Τα πράγματα δεν ήταν απλά. Πολλές φορές όσοι αρνούνταν τους ψευτοθεούς και μιλούσε για τον ένα, κατηγορούνταν ως «άθεος» και «ασεβής».  

Ο Πλάτωνας στους «Νόμους» περιγράφει τις τιμωρίες των αντιφρονούντων. (Πλάτωνος, Νόμοι [ή Περί νομοθεσίας], Τομ. 5, Βιβλία ένατο-δέκατο, στη σειρά «Αρχαία Ελληνική Γραμματεία» Εκδ. «Κάκτου», αρ. 36: Εισαγωγή-Κείμενον-Μετάφραση-Σχόλια.)

Εκτός των άλλων, στο δέκατο Βιβλίο λέγονται τα έξης (σε νεοελληνικήν μετάφρασιν και με εντός παρενθέσεως επισήμανσιν χαρακτηριστικών φράσεων του πρωτοτύπου κειμένου):
«Θα εφαρμόζεται ο εξής νόμος σχετικά με την ασέβεια: "Όποιος αντιληφθεί λόγια ή πράξεις ασέβειας πρέπει να αντιδράσει αμέσως καταγγέλλοντας στους άρχοντες τον ένοχο, οι όποιοι θα τον οδηγήσουν στο αρμόδιο για τέτοιες υποθέσεις δικαστήριο. Αν ο άρχοντας που θα πληροφορηθεί το γεγονός δεν εκτελέσει το καθήκον τον, θα διώκεται ο ίδιος για ασέβεια από οποιονδήποτε πολίτη, που θέλει να υπερασπιστεί τους νόμους. Αν κάποιος καταδικαστεί, το δικαστήριο θα ορίσει διαφορετική ποινή για κάθε αδίκημα, επιβάλλοντας φυλάκιση για όλες τις περιπτώσεις».

Για τους επικίνδυνους άθεους επιβάλλεται είτε αμέσως θάνατος, είτε υπό όρους. Στη δεύτερη περίπτωση «ο δικαστής πρέπει να τον κλείσει στο σωφρονιστήριο για πέντε χρόνια τουλάχιστον σύμφωνα με τον νόμο (εις το σωφρονιστήριον ο δικαστής τιθέμενος νόμω τιθέσθω μηδέν έλαττον ετών πέντε)... Στο διάστημα αυτό δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή μαζί τους κανένας πολίτης έκτος από τα μέλη του νυκτερινού συμβουλίου (του νυκτερινού συλλόγου), που θα τους επισκέπτονται και θα τους συμβουλεύουν να σώσουν την ψυχή τους (επί νουθετήσει τε και τη της ψυχής σωτηρία ομιλούντες). "Όταν τελειώσει ο χρόνος της ποινής τους θα βγαίνουν από τη φυλακή και όποιοι δείχνουν ότι συνετίστηκαν θα ζουν μαζί με τους άλλους πολίτες. "Αν όμως κάποιος εξακολουθεί να είναι αμετανόητος η ποινή θα είναι θάνατος, όταν καταδικαστεί ξανά για το ίδιο αδίκημα (οφείλη δ’ αύθις την τοιαύτην δίκην, θανάτω ζημιούσθω)». "Όποιος ανήκει στην κατηγορίαν των «θηριωδών» άθεων ή ασεβών «θα καταδικάζεται από το δικαστήριο σύμφωνα με τον νόμο να κλειστεί στη φυλακή, που βρίσκεται στο κέντρο της χώρας Εκεί δεν θα τον πλησιάζει κανένας ελεύθερος πολίτης. Θα πηγαίνουν μόνον οι δούλοι, τους όποιους έχουν ορίσει οι νομοφύλακες για να του δώσουν το φαγητό του. "Όταν πεθάνει θα πετάξουν το πτώμα του".

Ο Αναξαγόρας φυλακίστηκε ως άθεος. Ο Αριστοτέλης κατέφυγε στην Χαλκίδα για να γλιτώσει από την θανατική καταδίκη.

Ο Πλάτωνας, μέσα από τα έργα του Τίμαιος, Φίληβος, και Πολιτικός, διακηρύσσει ότι ο Θεός είναι το «όντως όν»,«ποιητής και πατήρ του παντός», και πολλά άλλα που δηλώνουν την μονοθεΐα του. 

Ο Henning Ottmann χαρακτηρίζει το έργο του Πλάτωνα «Νόμους» ως εγχειρίδιο Πολιτικής Θεολογίας, και τονίζει ότι η πρώτη λέξη των Νόμων του Πλάτωνα είναι η λέξη «Θεός», κάτι που δείχνει την αντίθεσή του στην πολυθεΐα.

Ο Πλάτωνας αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα επειδή το κλίμα ήταν «βαρύ» για εκείνον μετά την καταδίκη και τον θάνατο του Σωκράτη που πρέσβευε μονοθεϊστικές επίσης θέσεις.  

O Hράκλειτος: «Εν το σοφόν μόνον λέγεσθαι. Εκ πάντων Εν και εξ Ενός τα πάντα».

Είχε πει για τους δώδεκα Θεούς: «Προσεύχονται στα αγάλματα των θεών σαν να μπορούσαν να τους ακούσουν, ενώ δεν τους ακούνε, δεν δίνουν, όπως και δεν μπορούν τίποτα να ζητήσουν» .

O Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος, προσπαθώντας να εξηγήσει την αρχή του κόσμου συνέλαβε την ιδέα ότι στο άπειρον υπάρχει μια πρώτη Αρχή που δεν μπορεί να καθοριστεί, δεν έχει ούτε αφετηρία ούτε τέλος.

Ο Σιμπλίκιος αναφέρει: «Των δε εν και κινούμενον και άπειρον λεγόντων Αναξίμανδρος μεν Πραξιάδου Μιλήσιος Θαλού γενόμενος διάδοχος και μαθητής αρχήν τε και στοιχείον είρηκε των όντων το άπειρον, πρώτος τούτο τούνομα κομίσας της αρχής». 

Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος μιλάει για έναν αγέννητο ασώματο Θεό. Δεν δέχεται σε καμία περίπτωση ότι αυτός έχει ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά, όπως οι θεοί του δωδεκάθεου, και έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τον πολυθεϊσμό. 

Ο Παρμενίδης ο Ελεάτης, μίλησε επίσης για ένα ύψιστο ον που είναι αγέννητο και τέλειο. Τις ιδέες του οποίου ασπάστηκε και ο Ζήνωνας ο Ελεάτης.

Ο Αναξαγόρας δέχεται έναν θεό Νου που είναι αιτία για την δημιουργία και εξουσιάζει τα πάντα. 

Ο Μέλισσος ο εκ Σάμου, μιλάει για ένα Ον το οποίο είναι άπειρο, άφθαρτο, και αγέννητο. Αναφέρει: «Αεί ην ο,τι  ην και αεί εσταί. Ει γαρ εγένετο, αναγκαίον εστί πριν γενέσθαι είναι μηδέν· ει τοίνυν μηδέν ην, ουδαμά αν γένοιτο ουδέν εκ του μηδενός». 

Άλλοι που αντιτάχθηκαν στην εθνική θρησκεία ήταν οι Στωικοί που εξέφρασαν εν μέρει μονοθεϊστική τάση, αναφέροντας για τον Παγκόσμιο Λόγο που δημιουργεί την παγκόσμια τάξη.

Οι Σοφιστές, εξέφρασαν και αυτοί την απόρριψη της εθνικής θρησκείας, είτε με την άρνηση της ύπαρξης θεών, είτε εκφράζοντας αγνωστικισμό.    

Ο Σωκράτης, καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή πίστευε σε ένα θείο ον. Μάλιστα, τονίζει ότι όλοι οι σοφοί, ένα θείο ον παραδέχονταν. Την πεποίθηση αυτή του Σωκράτη διασώζει ο Πλάτωνας στο έργο του Φίληβος 15.28C, όπου αναφέρει: «Πάντες συμφωνούσι οι σοφοί, εαυτούς όντες σεμνύνοντες , ως Νούς εστί βασιλεύς ημίν ουρανού τε και γης».